Λατρεύω αυτή την ιστορία. Κάθε φορά που την ανακαλύπτω, την δημοσιεύω.

Λατρεύω αυτή την ιστορία. Κάθε φορά που την ανακαλύπτω, την δημοσιεύω.

Μια γυναίκα περίπου 75 ετών, φορώντας ένα φόρεμα με ζέβρα, μεγάλα σκουλαρίκια και ένα έντονο κόκκινο μανικιούρ, μιλάει στο τηλέφωνο στην είσοδο ενός καταστήματος:

— Γκάλια, σοβαρά, δεν σε καταλαβαίνω. Γιατί είσαι τόσο πεισματάρα;

Τα εγγόνια θα σε πάνε στο τρένο, θα σε βάλουν στο βαγόνι, θα σε βάλουν στο ράφι, θα τρέμεις λίγο, και αύριο το πρωί, τα κορίτσια κι εγώ θα σε μεταφέρουμε σε ένα άνετο ταξί και θα σε πάμε στον προορισμό σου.

Για τι πράγμα μιλάς; Ποια χρόνια;

Δεν καταλαβαίνω.

Κακά χρόνια;

Γιατί κακά χρόνια; Δεν χρειάζεται καν να σηκωθείς, Γκάλια. Σε πήραν, σε μετέφεραν, σε ξάπλωσαν, σε ξανασήκωσαν, σε μετέφεραν, σε ξάπλωσαν. Από χέρι σε χέρι, από χέρι σε χέρι, και δεν είσαι πια εκεί, αλλά εδώ.

Το έργο σου, Γκάλια, είναι πολύ απλό: ξάπλωσε, πιες σαμπάνια και, κατά καιρούς, να κάνεις σήμα στους άλλους γκρινιάρηδες ότι είσαι ακόμα ζωντανός και θέλεις κι άλλο. (γ) Όλια Τσιλένκο