«Ο πλούσιος επιχειρηματίας επέστρεψε στο σπίτι για τα Χριστούγεννα και αντίκρισε τις τετράδυμες κόρες του να προσπαθούν να χορτάσουν με μουχλιασμένο ψωμί, ενώ η νέα του σύζυγος διασκέδαζε στο ισόγειο, φορτωμένη με πανάκριβα διαμάντια.

«Ο πλούσιος επιχειρηματίας επέστρεψε στο σπίτι για τα Χριστούγεννα και αντίκρισε τις τετράδυμες κόρες του να προσπαθούν να χορτάσουν με μουχλιασμένο ψωμί, ενώ η νέα του σύζυγος διασκέδαζε στο ισόγειο, φορτωμένη με πανάκριβα διαμάντια.

Την παραμονή των Χριστουγέννων, ο Αλεχάντρο Σαντιγιάν επέστρεψε στην έπαυλή του ύστερα από έξι μήνες συνεχούς απουσίας.

Στις αποσκευές του είχε δώρα για τις πεντάχρονες τετράδυμες κόρες του και στην καρδιά του τη λαχτάρα να τις σφίξει ξανά στην αγκαλιά του.

Αντί όμως για μια ζεστή οικογενειακή γιορτή, βρέθηκε μπροστά σε ένα θορυβώδες πάρτι, γεμάτο άγνωστους καλεσμένους, δυνατή μουσική και άφθονο αλκοόλ.

Η σύζυγός του, η Χιμένα, απολάμβανε τη βραδιά σαν να μην υπήρχε τίποτε άλλο στον κόσμο.

Μόλις ανέβηκε να δει τα παιδιά, όλα άλλαξαν. Η Βαλέρια, η Καμίλα, η Ρεχίνα και η Σοφία βρίσκονταν σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, φορώντας μόνο λεπτά νυχτικά.

Ήταν ξυπόλυτες, παγωμένες και εμφανώς εξαντλημένες. Μπροστά τους υπήρχε ένα πλαστικό πιάτο με ξερό ψωμί, σε πολλά σημεία καλυμμένο από μούχλα.

Με τρεμάμενη φωνή τού ζήτησαν συγγνώμη επειδή πεινούσαν και του αποκάλυψαν ότι η Χιμένα τις είχε πείσει πως «τα όμορφα κορίτσια δεν πρέπει να τρώνε πολύ».

Ο Αλεχάντρο τις πήρε αμέσως στην κουζίνα και τις τάισε, παρακολουθώντας τες να τρώνε βιαστικά, λες και φοβούνταν ότι κάποιος θα τους έπαιρνε το φαγητό.

Τότε έμαθε και κάτι ακόμη που τον συγκλόνισε: η Ρόζα, η γυναίκα που φρόντιζε τα παιδιά και την οποία εμπιστευόταν απόλυτα, είχε απολυθεί μήνες πριν, χωρίς εκείνος να το γνωρίζει.

Οι υποψίες του μεγάλωσαν. Ανέβηκε στον επάνω όροφο και άνοιξε την αίθουσα παιχνιδιών των κοριτσιών.

Το δωμάτιο ήταν άδειο. Κούκλες, ποδήλατα, λούτρινα παιχνίδια και χριστουγεννιάτικα δώρα είχαν στοιβαχτεί μέσα σε κουτιά έτοιμα για δημοπρασία.

Ανάμεσα στα κιβώτια βρήκε οικονομικά έγγραφα και αποδείξεις που αποκάλυπταν ότι εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια, τα οποία έστελνε κάθε μήνα για τις ανάγκες των παιδιών του, είχαν δαπανηθεί για τις πολυτελείς αγορές και τις προσωπικές απολαύσεις της Χιμένα.

Η πιο σοκαριστική αποκάλυψη, όμως, τον περίμενε λίγο αργότερα.

Ανάμεσα στα έγγραφα υπήρχε ένα συμβόλαιο που προέβλεπε την εγγραφή και των τεσσάρων κοριτσιών σε οικοτροφείο της Ελβετίας, όπου θα διέμεναν μόνιμα, με την αναχώρησή τους προγραμματισμένη σε μόλις τρεις εβδομάδες.

Εκείνη τη στιγμή ο Αλεχάντρο κατάλαβε πως η Χιμένα δεν είχε περιοριστεί στην αδιαφορία και την κακομεταχείριση των παιδιών.

Είχε οργανώσει προσεκτικά ένα σχέδιο για να τα απομακρύνει οριστικά από τη ζωή του.

Όσο εκείνος εργαζόταν ακούραστα για να εξασφαλίσει το μέλλον τους, εκείνη εκμεταλλευόταν την απουσία του, σβήνοντας σιγά σιγά κάθε δεσμό ανάμεσα σε έναν πατέρα και τις τέσσερις μικρές κόρες του.