ΔΥΟ ΜΩΡΗ βρέθηκαν σε έναν κάδο απορριμμάτων μέσα στο παγωμένο κρύο. Όμως αυτό που τους συνέβη στη συνέχεια ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΕ τους πάντες
Ένα κρύο χειμωνιάτικο βράδυ ξάφνιασε την πόλη. Ο άνεμος οδήγησε το χιόνι στους άδειους δρόμους, ανακατεύοντάς το με τις ανταύγειες των θαμπών φώτων.

Μια γυναίκα τυλιγμένη με έναν παλιό γκρι μανδύα περπάτησε κατά μήκος του δρόμου.
Τα πόδια της έμοιαζαν ριζωμένα στο σημείο, μετά βίας κινούνταν στον γλιστερό πάγο και το πρόσωπό της ήταν κρυμμένο από μια κουκούλα. Μόνο τα μάτια της, γεμάτα δάκρυα, πρόδωσαν την απελπισία της.

Κάθε βήμα της ήταν οδυνηρό, σαν να πάλευε όχι μόνο με το κρύο, αλλά και τους εσωτερικούς της δαίμονες. Στα χέρια της κρατούσε δύο μικρά δεμάτια, καθένα από τα οποία έτρεμε από το κρύο.
Τα νεογέννητα, που μόλις είχαν δει το φως της δημοσιότητας, ήταν τυλιγμένα σε λεπτές κουβέρτες που δεν μπορούσαν πια να τα προστατέψουν από τον παγωμένο άνεμο.

Σταμάτησε δίπλα σε έναν παλιό κάδο απορριμμάτων, τον κοίταξε για πολλή στιγμή, σαν να ήλπιζε να βρει άλλη λύση, αλλά μετά έσκυψε αργά και ξάπλωσε τα παιδιά στο κρύο μέταλλο.
Τα δάχτυλά της κόλλησαν στο ύφασμα σαν να αρνιόταν να τα αφήσει, παλεύοντας με την τελευταία λάμψη του μητρικού ενστίκτου. Η γυναίκα γύρισε.







