Η ίδια πολυτελής αίθουσα χορού — αλλά τώρα η ατμόσφαιρα είναι τεταμένη, σιωπηλή και αποπνικτική.
Οι καλεσμένοι ψιθυρίζουν μεταξύ τους. Η μουσική έχει σταματήσει.
Κοντινό πλάνο: το τρομοκρατημένο πρόσωπο της σερβιτόρας.

Η ηλικιωμένη γυναίκα τρέμει, με δάκρυα να κυλούν στο πρόσωπό της.
Ο άντρας με τα γκριζαρισμένα μαλλιά της σφίγγει το χέρι δυνατά.
ΔΙΑΛΟΓΟΣ (θυμωμένος ψίθυρος): «Σταμάτα αυτό αμέσως.» Η ηλικιωμένη γυναίκα τραβιέται πίσω.
«Με είχες εξαπατήσει… όλα αυτά τα χρόνια…» Η σερβιτόρα κάνει ένα βήμα πίσω, μπερδεμένη και φοβισμένη.
«Τι συμβαίνει…; Ποιοι είστε;!»
Ο άντρας την κοιτάζει ψυχρά, υπολογιστικά. Και τότε—
ΔΙΑΛΟΓΟΣ (χαμηλός, απειλητικός): «Δεν έπρεπε ποτέ να θυμάσαι.»
Σιωπή. Η ηλικιωμένη γυναίκα καταρρέει στα γόνατα, κλαίγοντας.

«Είναι η κόρη μου…»
Ψίθυροι και σοκαρισμένες αντιδράσεις απλώνονται στην αίθουσα.
ΓΡΗΓΟΡΑ ΚΟΨΙΜΑΤΑ: φωτιά, φλεγόμενο σπίτι, κούνια μωρού, σκιές που μεταφέρουν κάτι μακριά.
Επιστροφή στο παρόν.
Η σερβιτόρα ψιθυρίζει τρέμοντας: «Όχι… αυτό δεν είναι δυνατό…»
Ο άντρας σκύβει πιο κοντά, σχεδόν απειλητικά: «Δεν ανήκεις εδώ.»
ΤΕΛΙΚΗ ΑΝΑΤΡΟΠΗ: «Ανήκεις σε αυτό που θάψαμε.»







